Zω αυτό το βασανιστικό σήμερα που πάντα μισούσα.
Εκείνη τη γνώριμη αίσθηση δυσφορίας και απόσπασης, τον αποπνικτικό κόμπο στο λαιμό μου.
Την αδυσώπητα μάταιη ατμόσφαιρα, το τελεσίδικα διαγραφόμενο μέλλον.
Την απόρριψη κάθε πηγής χαράς ως αδιάφορη και των πιο αγαπημένων προσώπων ως ανάξια.
Την αίσθηση πως ακόμη κι αν ζούσα στον ιδανικό μου κόσμο και είχα τον ιδανικό εαυτό μου, αυτό το βασανιστικό σήμερα θα συνεχιζόταν επ' αόριστον.
Τις σκέψεις αυτοκτονίας ως φυγή από τη μάταιη πραγματικότητα.
Τον θυμό, την οργή,το φθόνο, τη ζήλεια, τη μοναξιά,την αντικοινονικότητα, τη μισανθρωπία.
Την απέχθεια για το περιβάλλον μου, για τον εαυτό μου.
Χωρίς αιτία και αφορμή.
Ένα απλό μα βαθύ ξέσπασμα για τη ζωή που τόσο περίμενα χθες. Τη ζωή που με απογοήτευσε μα όχι τόσο όσο εγώ τον εαυτό μου. Θα περάσει? Δεν το αντέχω, ήδη διαρκεί πολυ αυτή η προσωπική κόλαση...
Κυριακή 30 Μαΐου 2010
Παρασκευή 21 Μαΐου 2010
Μια αγκαλιά

Περπατώντας μόνη στη βροχή, ανακυκλώνω στο μυαλό μου μια φράση απ' όλα όσα μου είπες σήμερα. Σε μίσησα, γιατί πίστευα πως κι εσύ το ίδιο έκανες. Με ρώτησες τί έχω, δεν απάντησα.
Κατάλαβες πως τα λόγια σου ευθύνονταν γι αυτό. Εσύ μιλούσες κι εγώ άκουγα, μη μπορώντας να σου πω πόσο θέλω να τρέξω μακριά σου εκείνη τη στιγμη. Πέρασαν ώρες έτσι. Μετά, είπα να φύγω, να σε αφήσω πάλι μόνο, δίχως την ενοχλητική μου παρουσία να σου προκαλεί οίκτο. Έτσι πίστευα, μα ποτέ δε σκέφτηκα πως θα προσπαθούσες να μου αλλάξεις γνώμη Κι όμως το έκανες.
Ήθελα να σε πάρω μια αγκαλιά και να πιστέψω στα λόγια σου. Να σου πω πόσο απεγνωσμένα σ' αγαπάω καθώς δάκρυα απ' τα μάτια μου θα 'τρεχαν ασταμάτητα. Αντί γι αυτό, σου είπα με ένα καταπιεσμένα σοβαροφανές ύφος -εκείνο που μισούσες- πως ήταν ώρα να φύγω.
Θα θυμάμαι πάντα εκείνο σου το μήνυμα καθώς περπατούσα στη βροχή...
Πως ήθελες να με πάρεις μια αγκαλιά τάχα για να μου δείξεις την εκτίμησή σου μα έφυγα τρέχοντας...
Δεν το ήξερες, αγάπη μου, πως μια αγκαλιά και μόνο θα ήταν ανεπαρκής για να καλύψει το χάσμα που δημιουργεί εκείνη η γνώριμη ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα;
Κυριακή 16 Μαΐου 2010
Eνας φιλος

Τόσο κοντά της, κι όμως τόσο μακριά.
Εκείνη ξέρει. Ξέρει πως πέρασε νύχτες ατελείωτες καθισμένος σ' εκείνον τον παγωμένο βράχο στο νησί. Πως το μυαλό του δε σταμάτησε ποτέ να επαναφέρει τη σκηνή που φίλησε εκείνον. Μπροστά του. ''Δεν της πέρασε ποτέ απ' το μυαλό πόσο την αγαπώ'' λέει δυνατά κοιτώντας τη σελήνη που κατευθυνόταν αργά και βασανιστικά στη δύση της, όπως κι ο ίδιος.
Αποφάσισε να τ' αλλάξει όλα: τον εαυτό του. Έγινε αυτός που εκείνη μισούσε, που μισούσαν μαζί, όταν ήταν φίλοι. Όταν μαζί κοιτούσαν τη σελήνη και όλα έμοιαζαν ιδανικά σ' εκείνη. Μα ποτέ σ' αυτόν.
Ποτέ δεν την είδε όπως ήταν αν και λάτρευε αυτό το αδυσώπητο βλέμμα της.
Εκείνη τα ήξερε όλα, αντιθέτως με το τι πιστευε.
Εκείνη τον αγαπούσε χωρίς το έστιγκτό της. Ήθελε να κοιτάζουν για πολύ ακόμα τη σελήνη.
Αντίο... Εσύ το επέλεξες φίλε μου.
Τρίτη 11 Μαΐου 2010
Απόψε

Απόψε θέλω να μείνω εδώ μαζί σου. Να θρηνήσουμε για το παρελθόν, να ελπίσουμε για το μέλλον. Να διαφωνήσουμε για τα πάντα, να συμφωνήσουμε σε άλλα. Να μην υποχωρήσω σε τίποτα. Όχι απόψε. Να σου πω τι πραγματικά πιστεύω κι ας μη μιλήσουμε αύριο. Ούτε μεθαύριο. Να γινω κι εγώ μία απ' όλους τους εχθρούς σου. Άξια απορίας είναι η συμπάθειά σου στο πρόσωπό μου, δικό μου λάθος να είναι άραγε;
Απόψε θέλω να μας βρεί το πρωινό με μια περίεργη γεύση πικρίας. Να πληγωθούμε κι οι δύο, ο ένας απ' τον άλλον. Τα μάτια σου να λένε ''Σ' αγαπώ'', τα δικά μου το ίδιο να αποκρίνονται στη μέση μιας οξείας διαφωνίας.
Απόψε δεν θέλω να μισείς. Γιατί κατά βάθος το ξέρεις πως τον εαυτό σου μόνο πολεμάς, ρίχνοντας τον τόσο χαμηλά. Το μίσος σου προς αυτόν δίνει τροφή στο μίσος για τον κόσμο. Κανένας άλλος και τίποτα.
Απόψε δε θα σε κάνω ν' αγαπάς, γιατί δεν ξέρω αν μπορείς. Δεν ξέρω αν ο πραγματικός μου εαυτός μπορεί να σου εμπνεύσει την αγάπη. Ούτε αν κάποιος άλλος θα μπορέσει ποτέ. Ανθρώπους που ''αγάπησες'' μηδαμινούς μου παρουσιάζεις, κι εγώ το ίδιο τέλος στην ψυχή σου θα 'χω;
Απόψε θέλω να σου πω πως σ' αγαπώ, μα το μίσος σου μ' αηδιάζει. Πως σε λατρεύω γι αυτό που είσαι και σ' απεχθάνομαι γι αυτό που γίνεσαι.
Απόψε θέλω να μου παίξεις μουσική για να ξεχάσω. Να μας δει η αυγή αγκαλιασμένους. Για πρώτη και τελευταία φορα.
Απόψε θέλω να μας βρεί το πρωινό με μια περίεργη γεύση πικρίας. Να πληγωθούμε κι οι δύο, ο ένας απ' τον άλλον. Τα μάτια σου να λένε ''Σ' αγαπώ'', τα δικά μου το ίδιο να αποκρίνονται στη μέση μιας οξείας διαφωνίας.
Απόψε δεν θέλω να μισείς. Γιατί κατά βάθος το ξέρεις πως τον εαυτό σου μόνο πολεμάς, ρίχνοντας τον τόσο χαμηλά. Το μίσος σου προς αυτόν δίνει τροφή στο μίσος για τον κόσμο. Κανένας άλλος και τίποτα.
Απόψε δε θα σε κάνω ν' αγαπάς, γιατί δεν ξέρω αν μπορείς. Δεν ξέρω αν ο πραγματικός μου εαυτός μπορεί να σου εμπνεύσει την αγάπη. Ούτε αν κάποιος άλλος θα μπορέσει ποτέ. Ανθρώπους που ''αγάπησες'' μηδαμινούς μου παρουσιάζεις, κι εγώ το ίδιο τέλος στην ψυχή σου θα 'χω;
Απόψε θέλω να σου πω πως σ' αγαπώ, μα το μίσος σου μ' αηδιάζει. Πως σε λατρεύω γι αυτό που είσαι και σ' απεχθάνομαι γι αυτό που γίνεσαι.
Απόψε θέλω να μου παίξεις μουσική για να ξεχάσω. Να μας δει η αυγή αγκαλιασμένους. Για πρώτη και τελευταία φορα.
Κυριακή 11 Απριλίου 2010
Διαταγή της μοίρας

Ω, πεπρωμένο μου! Πώς να μη σ' αγαπώ;
Έμπνευσή μου, που απρόσκλητη εισέβαλλες στη ζωή μου.
Η Μοίρα είχε περιπλέξει τις κλωστές μας καιρό πριν. Άνοιξε τα μάτια της ψυχής σου και πίστεψε στην αλήθεια που σου παραθέτει Εκείνη. Παράθυρα στον κόσμο δεν τα ονόμαζες, άλλωστε;
Μαζί, αλλά ακόμα τόσο χώρια, καταπνίγοντας το πάθος κάθε λεπτό που περνάει.
Η Μοίρα με προετοίμαζε τόσο καιρό πριν, κατακλύζοντας το μυαλό μου με εικόνες του μέλλοντος. Εξωπραγματικές φάνταζαν τότε.
Και τώρα είναι εδώ, μπροστά μου. Είσαι εδώ, μπροστά μου.
Υποκύπτουμε γλυκά στις επιθυμίες Εκείνης όπως η πιο ισχυροί μαγνήτες στη μεταξύ τους έλξη.
Ίσως όχι με τον τρόπο που Εκείνη θα ήθελε, μα το ξέρεις καλα, δεν πρέπει.
Ανήκουμε αλλού κι ας ανήκουμε ο ένας στον άλλον.
Η ψυχή μου σε λατρεύει μα το μυαλό μου συχνά σε απεχθάνεται.
Όμως κανένας, ποτέ δεν κατάφερε το ριζικό του ν' αποφύγει.
Ω, πεπρωμένο μου! Πώς να μη σ' αγαπώ;
Κυριακή 28 Μαρτίου 2010
Κενό
Αναρωτιέμαι, εγώ σε σένα τί βρήκα;
Το καταφύγιο που ζητούσα; Το όνειρο; Τη χίμαιρα;
Ήσουν ο ευσεβής μου πόθος. Σε σένα φώλιαζαν οι πιό βαθιές ανασφάλειές μου.
Ήσουν ο κόσμος γύρω μου. Ο λόγος που έρεε το αίμα στις φλέβες μου.
Έτσι η ζωή εκμηδενίστηκε από μια χίμαιρα.
Ποτέ δεν την έφτασα. Ούτε καν την πλησίασα.
Ήταν Άνοιξη όταν την άφησα να πετάξει μακριά χωρίς να τρέξω ξωπίσω της.
Κοίταξα στον ορίζοντα μα δεν είδα τίποτα: τόσο καιρό που προσπαθούσα με την απόχη του έρωτα να τη φυλακίσω φαινόταν τόσο υλικό αυτό το ατελείωτο κενό της...
Ένα κενό ήσουν, Χίμαιρα. Δεν θα μπορούσες ποτέ να καλύψεις τα κενά της ψυχής μου.
Το καταφύγιο που ζητούσα; Το όνειρο; Τη χίμαιρα;
Ήσουν ο ευσεβής μου πόθος. Σε σένα φώλιαζαν οι πιό βαθιές ανασφάλειές μου.
Ήσουν ο κόσμος γύρω μου. Ο λόγος που έρεε το αίμα στις φλέβες μου.
Έτσι η ζωή εκμηδενίστηκε από μια χίμαιρα.
Ποτέ δεν την έφτασα. Ούτε καν την πλησίασα.
Ήταν Άνοιξη όταν την άφησα να πετάξει μακριά χωρίς να τρέξω ξωπίσω της.
Κοίταξα στον ορίζοντα μα δεν είδα τίποτα: τόσο καιρό που προσπαθούσα με την απόχη του έρωτα να τη φυλακίσω φαινόταν τόσο υλικό αυτό το ατελείωτο κενό της...
Ένα κενό ήσουν, Χίμαιρα. Δεν θα μπορούσες ποτέ να καλύψεις τα κενά της ψυχής μου.
Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010
Σκιά που πας, μου λείπεις
Ήσουν εκεί,δίπλα μου.
Μα εγώ δεν σε έβλεπα, γινόσουν αόρατη για μένα. Έφευγα μη θέλοντας δίπλα σε σκιές να μένω.
Μα εσύ ποτέ δεν έφυγες. Εμαφανίστηκες μέσα από τη σκιά σου λέγοντας: 'Πού πας; Μου λείπεις!'.
Δεν σε είδα. Δεν σε άκουσα. Γιατί δεν είχα μάθει σκίες ν' ακούω.
Έφυγα. Έτρεξα μακριά σου πετώντας.
Τότε κατάλαβα πως η σκιά δεν ήταν πια εκεί. Δίπλα μου. Και άρχισα να την αναζητάω. Όμως ποτέ δεν τη βρήκα... Βρήκα εσένα καθισμένη κάτω από το δέντρο της μοναξιάς να ψιθυρίζεις ακόμα: 'Πού πας; Μου λείπεις'.
Ποτέ δεν είχες σταματήσει να το λες . Τα αυτιά μου τα βούλωνε η απερισκεψία.
Σύγχώρεσέ με αγγελέ μου που για σκιά σε πέρασα...
Μα εγώ δεν σε έβλεπα, γινόσουν αόρατη για μένα. Έφευγα μη θέλοντας δίπλα σε σκιές να μένω.
Μα εσύ ποτέ δεν έφυγες. Εμαφανίστηκες μέσα από τη σκιά σου λέγοντας: 'Πού πας; Μου λείπεις!'.
Δεν σε είδα. Δεν σε άκουσα. Γιατί δεν είχα μάθει σκίες ν' ακούω.
Έφυγα. Έτρεξα μακριά σου πετώντας.
Τότε κατάλαβα πως η σκιά δεν ήταν πια εκεί. Δίπλα μου. Και άρχισα να την αναζητάω. Όμως ποτέ δεν τη βρήκα... Βρήκα εσένα καθισμένη κάτω από το δέντρο της μοναξιάς να ψιθυρίζεις ακόμα: 'Πού πας; Μου λείπεις'.
Ποτέ δεν είχες σταματήσει να το λες . Τα αυτιά μου τα βούλωνε η απερισκεψία.
Σύγχώρεσέ με αγγελέ μου που για σκιά σε πέρασα...
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
