Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

Παράλληλοι Κόσμοι

Γεννιέται κανονικά. Είναι συνηθισμένη Δεν κοιτάει μέσα της. Δεν αναρωτιέται για τη θέση της στον κόσμο. Είναι ευτυχισμένη στην ουτοπική της πραγματικότητα Πάντα μ' ένα χαμόγελο. Έχει τα δικά της όνειρα κι ενδιαφέροντα, τους ερωτές της. Όμορφη, έξυπνη, αν και τη στενοχωρούν τα μηδαμινά της προβλήματα έχει βρει τα στηρίγματά της στη ζωη.
Μα εγώ κάθομαι στη σκιά της. Σκέφτομαι πως αν κανείς κοιτάξει μέσα του βλέπει τον κόσμο αλλιώς. Ποτέ δε θα χαμογελάσει. Ποτέ δε θα είναι σίγουρος. Πάντα το κακό θα προσμένει. Πάντα με περηφάνια θα κοιτάει τους ανθρώπους σαν κι αυτήν, που πιστεύουν πως μες στη μιζέρια του καταναλώνεται. Θέλω την αλήθεια για ν' αναπνέω και τον πόνο να με κρατάει ζωντανή. Ποτέ δεν είδα τη ζωή κανονικά, την έζησα με τον τρόπο που εγώ ήθελα. Μόνο στον αληθινό έρωτα πίστεψα, τον θυελλώδη, τον καταστροφικό Πίστεψα στο θάνατο, στον πνευματικό κόσμο. Έζησα την ειρωνεία, την απομόνωση, αμφέβαλλα για το αν είμαι θύμα του εαυτού μου. Όχι, λοιπόν, δεν είμαι. Γιατί είμαι πιο ζωντανή απ' όλους που νομίζουν πως είναι ζωντανοί. Γιατί η πραγματικότητά μου φαντάζει πιο ζωντανή από τον υποκριτικό σας κόσμο. Γιατί το μη κανονικό είναι αυτό που μ' έπλασε. Γιατί το πνεύμα είναι αυτό που με γέννησε, όχι το υλικό.
Τους βλέπω να χάνονται στην καθημερινότητα, τόσο μαζί μα τόσο χώρια. Κι οι δυο ευτυχισμένοι στην πλαστή τους φαντασίωση. Εγώ τους παρατηρώ απ' έξω απ το γυάλινό τους κάστρο που χάνει τα θεμέλιά του μα δεν πέφτει μόνο επειδή φαντάζονται πως δεν τα 'χασε, ή επειδή απλώς δε θέλουν να το πιστέψουν. Και λυπάμαι. Και αναπνέω. Και χαμογελάω κι εγώ σαν μπαίνω στον κόσμο του. Και μόλις βγω πονάω. Και ζω. Και πεθαίνω.